Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

ΣΕΡΒΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (2): Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς. Στόμα Γεμάτο Χώμα

                                                             Στόμα Γεμάτο Χώμα, Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς
                                                                  Κατηγορία: Σερβική Λογοτεχνία
                                                                     Είδος: Κοινωνικό/Φιλοσοφικό
                                                                         Βαθμολογία 10/10

Μετάφραση Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης
Ημερομηνία Έκδοσης 1η Φεβρουαρίου 1977
Τίτλος Πρωτοτύπου Usta puna zemlje

Έκδοσεις Παρασκήνιο

ίτλος Πρωτοτύπου Usta puna zemlje
Ημερομηνία πρώτης  Έκδοσης 1η Φεβρουαρίου 1977
Νεα Επανέκδοση: 1η Ιούνιου 2024
Έκδοσεις ΚΥΨΕΛΗ
Μετάφραση: Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Νεα Επανέκδοση: 1η Ιούνιου 2024
ΤΙΜΗ : 9,90

Μετά τα έργα του Ίβο Άντριτς το εμβληματικότερο ίσως έργο της σέρβικης λογοτεχνίας, είναι το
"Στόμα Γεμάτο Χώμα" του Μπράνιμιρ Στσέπάνοβιτς, μια νουβέλα συμπυκνωμένων νοημάτων και οδυνηρού λυρισμού, που σε απορροφά σε ένα κρεσέντο υπαρξιακής αγωνίας...
Η Ασκητική της Σερβίας θα μπορούσαμε τολμηρά να συνοψίσουμε, που το 2024 επανακυκλοφόρησε σε μια όμορφη έκδοση από τον οίκο ΚΥΨΕΛΗ..

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ένας 45χρονος χημικός μηχανικός, στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του, ζητάει να επιστρέψει στη γενέτειρά του στο Μαυροβούνιο για να πεθάνει εκεί...
Πασχίζοντας να αποφύγει κάθε ανθρώπινη παρουσία καταφεύγει στα δάση.Εκεί τον εντοπίζουν δυο κυνηγοί και τον παίρνουν στο κατόπι για να ξεκινήσει μια καταδίωξη ανεξήγητη, με κλιμακούμενη αγριότητα...

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Το "Στόμα Γεμάτο Χώμα" κυκλοφόρησε το 1974 κι έκανε αίσθηση με την ιδιαιτερότητά του..
Όπως γίνεται εμφανές δεν πρόκειται για κάποιο μυθιστόρημα με πλούσιο πλοκή, αλλά για μια παραβολή λυρικής διάθεσης και δυνατών συμβολισμών. Τα θρυλικά γεμάτα σημειολογία σκίτσα από τον Radomir Reljic συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα του βιβλίου συμπαρασέρνοντας τον αναγνώστη σε μια σπειροειδή καταβύθιση προς τα εσώτερα στρώματα της ύπαρξης του:Εκεί που εκκολάπτoνται η λάβα της ψυχής και τα μεταλλεύματα του νου.
Στο επίκεντρο, ένας απεγνωσμένος άντρας που πορεύεται χωρίς προορισμό και χωρίς όραμα στην ύστατη μοναξιά. 
          Η νουβέλα του Στσεπάνοβιτς εξελίσσεται με εναλλασσόμενη εστίαση- από τη μια δηλαδή παρατίθενται οι σκέψεις του μοναχικού  φυγά που ζητά εναγωνίως να αποδράσει από τον ίδιο του τον εαυτό, από την άλλη σκιαγραφούνται οι διώκτες του.
       Ενώπιον του θανάτου ο μοναχικός ταξιδιώτης αναζητά να επιστρέψει στην πατρογονική γη, να πάρει δύναμη από αυτήν, σαν τον μυθικό Ανταίο αλλά και να διαγράψει τον "τέλειο" κύκλο της ύπαρξής του για να επαναπατριστεί στον χθόνιο προορισμό...Στο πέρασμά του συμφιλιώνεται με όλη την πλάση ξανά.
Φτάνει ως την Οξιά, ως άλλος Ιούδας της συνείδησής του, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στη ανάπαυση που προσφέρει και στον πειρασμό αυτοχειρίας.Έτσι η Οξιά υποβάλλει τη δική της σημειολογία, όπως ακριβώς η καταραμένη Συκιά ή η απειλητική Καρυδιά της βαλκανικής παράδοσης...(που τη συναντάμε και στο πιο mainstream ανάγνωσμα της εκλιπούσης Γιώτας Φώτου "Στης Καρυδιάς Τον Ίσκιο")
Το "Στόμα Γεμάτο Χώμα"του Στσεπάνοβιτς, ως υπαρξιακό δράμα, στέκεται στον αντίποδα της κλειστοφοβίας που συναντάμε στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι: Εδώ η μόνωση διαστέλλεται στον χώρο ψηλαφεί, μυρίζει, γεύεται και παραδίδεται στα χρώματα του φυσικού τοπίου.
Κι όσο ο πρωταγωνιστής αναζητά την ελευθερία τόσο το πλήθος που τον καταδιώκει αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο κι αγριεύει, εντείνοντας το μίσος ενόσω τον καταδιώκει .
Κοινωνιολογικά, αυτή η αντιδραση είναι η ανάγκη των πολλών για την κατακραυγή προς έναν Άλλον που θα μας απαλλάξει από την αναμέτρηση με τον εαυτό μας...
Είναι το θηρευτικό ένστικτο της αγέλης κι αυτό που διαρκώς μαθαίνει ο άνθρωπος όπως αναφωνεί η Νίνα του Τσέχωφ:
"Να σκοτώνει, να αφανίζει ανυποψίαστους Γλάρους γιατί δεν βρίσκει κατι καλύτερο να κάνει τη ματαιωμένη του ύπαρξη..." Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι ελεύθεροι, οι αυτόνομοι κι οι πρωτοποροι εξαγριώνουν την υπόδουλη μάζα, που ζηλόφθονα ζητά να τους αφομοιώσει.
Το Πλήθος στήνει πάντα Σταυρούς, Πυρές, Καυκάσους κι αποσπάσματα για τους πρωτοπόρους του.
Θυμίζει ένα σημείο από τους Αδερφοφάδες του Καζαντζάκη" Είναι ελεύθερος...Σκοτώστε τον!"
Ο πραγματικά ελεύθερος όμως κατορθώνει να νικήσει συγχωρώντας πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό.Γιατί αυτόν πρέπει να αντιμετωπίσει, αντέχοντας τους καλειδοσκοπικούς αντικατοπτρισμούς του πάνω στους άλλους.
Η οργή προς τους άλλους είναι οργή προς τον εαυτό μας.
Ο πραγματικά ελεύθερος δεν φοβάται τον θάνατο κι έτσι απελευθερωμένος ατενίζει ουρανό.
Μια παράξενη νίκη, μια μακαριότητα που κατάματα κοίταξε την απόγνωση.
 Με το "Στόμα Γεμάτο Χώμα" ο Μπράνιμορ Στσεπάνοβιτς συνθέτει την Ασκητική της Σερβίας, καθώς διατηρεί την ίδια ατμόσφαιρα με αυτήν που υποβάλλει ο Καζαντζάκης στη δική του "Βίβλο" και αφουγκράζεται το μεγαλείο της ζωής στα μικρά κι απλά.
Με ευλάβεια στα ακατέργαστα συστατικά της φύσης, με απλωμένα χέρια σε έναν χορό θανάτου που συμφιλιώνεται με τη ζωή, ως άλλος Ζορμπάς, ο ήρωας πορεύεται να ανταμώσει τη μοίρα του.
"Αναφέρεται" κι ο ήρωας του Στσεπάνοβιτς στον δικό του "Γκρέκο",  στον δικό του Παππού, όπως ο Κρητικός φιλόσοφος- συγγραφέας στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο.
Πρόκειται για τον παππού Γιόκσιμ, έναν παράξενο Διγενή, που αναμετράται με τον θάνατο χαμογελώντας.
Έίναι κι ο γερο-Γιόκσιμ ένας γενναίος Σίσσυφος που ξεγελά τον Χάροντα, σα φιγούρα βγαλμένη από Μυστήρια παγανιστικά, από μελωδίες αρχέγονες κι από την πένα του Κ.Χ. Μύρη όταν - υπό τη μελωδία της Καραϊνδρου- έβαζε τους Έλληνες να "καλωσορίζουν στον νεκρικό τους θάλαμο τον Μαύρο Καβαλάρη με ένα σταμνί νερό να ξεδιψάσει αυτός και το άτι..."...
Kαι...με όλην την άγια αποκοτιά του, ο παππούς Γιοκσίμ μπορεί να νιώσει την αρχοντιά που ζητά ο Καζαντζάκης, προτρέποντας να μην αφήσουμε στον Χάρο παρά λίγα κόκκαλα" (κάτωθι τραγούδι)
Ο διαβατης αναζητά τη δική του ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ όπως ο Μαρκόπουλος την αναζήτησε στους αρχετυπικούς ήχους της κρητικής γης.  
Και τελικά η Ιθάκη του ήρωα που πορεύτηκε στη δική του βωβή Οδύσσεια ήταν ένας νόστος που δίδαξε ότι Πατρίδα είναι το Χώμα".Η χωμάτινη κληρονομιά σφράγιζει, λοιπόν το ανθρώπινο στόμα, ως στερνή του αποστροφή σε μια συντριπτική θεολογία:"Χους ην και εις χουν απελεύσαι". 
 
Σε αυτη τη μοναξιά η ψυχή αποζητά την Ελευθερία.  Χθόνια " Μοναξιά", που η Ψυχολόγος- Συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη  στα 1988 την ονομάσε " Από Χώμα" , "συναντώντας"  ερήμην της τον  Στσεπάνοβιτς, σε ένα παρεμφερές οδοιπορικό Μόνωσης που πορεύεται από την ερωτική ματαίωση ως την απώτατη Αυτογνωσία
 Τουτη η μόνωση δεν ειναι αντικοινωνικότητα, αλλα απαλλαγή του ανθρώπου από βουερά προσχήματα και τη ματαιοδοξία, που επιστρέφει στον Εξόριστο την ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ του. Σαν το τραγουδι Στην Κ με τις αληθειες του πλεον γυμνές, ο Εξοριστος  αποκαθιστά τη σχέση με τη γη του και με τις "πάτριες πέτρες" του, στις οποίες αποδίδει προσκύνημα και ο Κ.Χ. Μύρης παλλομενος από την κρητικη ορχηση του Γιαννη Μαρκόπουλου...

 Μια ελεγεία της ύπαρξης, μια Ποίηση του Θανάτου, που πολύ αγάπησε τη ζωή είναι το "Στόμα Γεμάτο Χώμα" κι έτσι ξεχωρίζει ως ένα φιλοσοφικό δοκίμιο απλό, ουσιαστικό αλλά τόσο ταπεινό όπως το χώμα που το "γέννησε θαυματουργά"...
Ειναι ευχάριστο που οι αναγνώστες θα εχουν την ευκαιρία να το απολαύσουν ξανα.
Το εξώφυλλο στην έκδοση της ΚΥΨΕΛΗΣ είναι καλλιτεχνική φωτογραφία από τον βιβλιόφιλο Γιώργο- δεκαετίες εργαζόμενο και χαρακτηριστική πλέον φιγούρα στο αγαπημένο και τοόσο πλούσιο υπόγειο του βιβλιοπωλείου της ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ , επί της οδού Ασκληπιού στη σταση Πανεπιστήμιο! Η φωτογραφία του αποδίδει πολλά από την ατμόσφαιρα του μικρού αυτου βιβλίου! 
Αξίζει επίσης να διαβαστεί με προσοχή το εξαιρερικά ενδιαφέρον επίμετρο από τον Τάκη Κατσαμπάνη που μας εισάγει στα άδυτα του βιβλίου και της συμπυκνωμένης φιλοσοφίας σε αυτό.
Το μοναδικό μειονέκτημα αυτης της καινούριας έκδοσης είναι πως ( λόγω "υπερογκων δικαιωμάτων") απουσιάζουν τα πολύ χαρακτηριστικά αυθεντικά σκίτσα της πρωτής, σερβικης έκδοσης, που συνόδευαν και παλαιότερες, εξαντλημένες πλέον μεταφρασεις της νουβέλας στα ελληνικά (πχ από τις εκδόσεις Παρασκήνιο.)
                                           

  ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΠΟ ΤΟ biblionet.
Ο Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς (Branimir Scepanovic) γεννήθηκε το 1937 στο Τίτογκραντ. Εξέδωσε τα βιβλία "Πριν από την αλήθεια" (διηγήματα, 1961) "Ντροπιασμένο καλοκαίρι" (μυθιστόρημα, 1965), που μεταφράστηκε στα πολωνικά, ουγγρικά, σλοβένικα, "Στόμα γεμάτο χώμα" (μυθιστόρημα, 1974), που μεταφράστηκε στα γαλλικά (4 εκδόσεις), ελληνικά (3 εκδόσεις), ρώσικα (2 εκδόσεις), πολωνικά, ουγγρικά, σλοβένικα, αλβανικά, γιαπωνέζικα, σουηδικά αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά δανέζικα και φιλανδικά. 
"Ο θάνατος του κυρίου Γκόλουζα" (διηγήματα, (1977), που μεταφράστηκε σε 26 γλώσσες. 
"Η απολύτρωση" (μυθιστόρημα, 1980), που μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, ελληνικά, ουγγρικά, τσέχικα και πολωνικά. 
Τα διηγήματα του Στσεπάνοβιτς μεταφράστηκαν σε 24 γλώσσες και εντάχθηκαν σε 22 ανθολογίες στη Γιουγκοσλαβία και το εξωτερικό. 
Το διήγημα "Ο θάνατος του κυρίου Γκόλουζα" (μοναδικό έργο απ' τη γιουγκοσλαβική λογοτεχνία) εντάχθηκε στην επιλογή παγκοσμίου διηγήματος του Τσαρλς Άνγκοφ το 1969 στις Η.Π.Α., και στην ανθολογία Σύγχρονου Ευρωπαϊκού Διηγήματος που εκδόθηκε το 1977 στη Δανία.
Με σενάρια του Στσεπάνοβιτς γυρίστηκαν πολλά κινηματογραφικά έργα, και βραβεύτηκε τόσο για τα σενάριά του όσο και για τα βιβλία του πολλές φορές στη Γιουγκοσλαβία και το εξωτερικό.


ΥΓ Μια ακόμη  καλοδουλεμένη κριτική, που ανακάλυψα, μάλιστα, πως συγκλίνει προς τη δική μου οπτική είναι το εξαιρετικό άρθρο της Μαρίας Ματαλά για το βιβλίο του Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς(πατήστε εδώ)


Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

ΣΕΡΒΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1) : Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς, Όταν Άνθιζαν Τα Κολοκύθια

                                               Όταν Άνθιζαν Τα Κολοκύθια, Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς
                                                                                Κατηγορία:Σέρβικη Λογοτεχνία
                                                  Είδος:Κοινωνικό
                                                                                Βαθμολογία 8,5/10
Μετάφραση: Λεωνίδας Χατζηπροδομίδης
Σελίδες : 110
Εκδόσεις: Παρασκήνιο ( Σπ. Μαρίνης)
Χρον. Έκδοσης: 1968

Τιμή : 10,60- 7,42
Τίτλος Πρωτοτύπου: Кад су цветале тикве  ή Kad su cvetale tikve.

ΘΕΤΙΚΑ: Ιχηλάτιση μεταπολεμικής γιουγκοσλαβίας, σκιαγραφηση της λαϊκής ψυχής, ανάδειξη περιθωρίου, λανθάνουσα πολιτικοποίηση, κλιμακούμενη ένταση, δραματικότητα, αντιεπικό κλίμα

ΑΡΝΗΤΙΚΑ: Γλωσσική τραχύτητα, απουσία βαθύτερων προβληματισμών, απουσία θετικού ήρωα


Ποιος δε γνωρίζει τον κινηματογραφικό Ρόκυ με τον Σιλβέστερ  Σταλόνε;
Στο πλαίσιο της Λογοτεχνίας, πάντως ξεχωρίζει ο...πυγμάχος του Τζακ Λόντον, μια κοινωνική καταγγελία ενάντια στην Πυγμαχία όπου αρχές του 20ου αιώνα άνθρωποι αλέθονταν στην ασυδοσία των παράνομων στοιχημάτων.
Η Σερβία ωστόσο εισηγείται τον δικό της ήρωα Πυγμάχο, τον Σπουργίτη Σρετενοβιτς, που μας τον συστήνει μέσα από ένα μεταπολεμικό δράμα η πένα του Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Σέρβος μετανάστης "Λιούμπα" Σρετένοβιτς ζει με τη γυναίκα του την Ίλζε
και τον νόθο γιο εκείνης, τον μικρό Άνρε...
Κάπου κάπου αναπολεί τα πρώιμα χρόνια του στη Γιουγκοσλαβία.
Μια Γιουγκοσλαβία της φτώχειας και μιας τραχιάς αθωότητας, στη σκιά του Τίτο.
Στις αναμνήσεις του ξετυλίγεται μια άγρια νιότη στο σερβικο προάστιο Ντουσάνοβατς με τις συμμορίες των δρόμων να κυριαρχούν και τον έρωτα να γίνεται διακύβευμα αντρικής επιβολής.
Ντράγκανσε, Στόλε, Μαιμούνι...Πλάι τους σα σκιές παραστατίδες, η θεία Ρούζα, η Μίλινκα, Ντούσιτσα:
Μια μικροκοινωνία, ακατέργαστη, σκληρή, βίαιη,  όπου η φιλία ακούει σε άγραφους κανόνες, με αμείλικτη νέμεση για τους παραβάτες...
Ενώ ο νεαρός Λιούμπα αρχίζει να διακρίνεται στο άθλημα της Πυγμαχίας ως ένα πολλά υποσχόμενο ταλέντο, βλέπει ένα ιδιότυπα καχύποπτο καθεστώς να σκορπίζει την οικογένειά του στους πέντε ανέμους...
Κι ενώ ο νεαρός πυγμάχος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη λαχτάρα της νίκης και το fair play, μια φριχτή απώλεια προκαλεί την ίδια του την τιμή, και "ζητά" αίμα για να ξεπλυθεί, μια ανοιξιατικη μέρα,ακριβώς τότε που.." ανθίζουν τα κολοκύθια"...

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
"Έχεις δει ποτέ γαμημένα άνθη κολοκυθιάς;", διερωτάται 
μπροστά στον δήμιό της η ασθμαίνουσα ζωή, σε μια αγωνία πρόωρου θανάτου, που παραπέμπει στη σολώμεια αντιπαραβολή "των μύρων της άνοιξης με τη σκιά του θανάτου" στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" ή στο σπαρακτικό, λεβέντικο παράπονο του Αθανάσιου Διάκου, που ενώ τον σούβλιζαν αναφωνούσε
                                                   Για δες καιρό που διάλεξε 
                                                                     ο Χάρος να με πάρει
                                                                              τώρα που ανθίζουν τα κλαριά
                                                                     και βγάζει η γης χορτάρι
Εδώ όμως δεν υπάρχει καμιά αυτοθυσία, κανένας αγωνιστής της Λευτεριάς.Κανένας ηρωισμός δεν εξυμνείται στη νουβέλα αυτή, κανένα ανώτερο ιδανικό.
Με το "Όταν Άνθιζαν Τα Κολοκύθια" ο Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς συνθέτει μια ωδή στους αντιήρωες σε ένα κλίμα άκρως αντιεπικό.
Εκείνοι που ενδιαφέρουν τον συγγραφέα δεν είναι ούτε οι αναμορφωτές, ούτε οι επαναστάτες, ούτε οι εξουσιαστές.
Είναι οι μικροί καθημερινοί ανθρωποι, που μοχθούν για την επιβίωση και διαβαίνουν τις χαμοζωές τους ανύποπτοι για τα τερτίπια της Πολιτικής, που τους σαρώνουν σαν αναλώσιμα.
Είναι εκείνοι οι...κομπάρσοι θαρρείς των μεγάλων στιγμών της Ιστορίας που υφίστανται όμως όλες τις συνέπειες των φιλόδοξων αποφάσεων και των Μεγάλων Ηγετών με τις "μικρές καρδιές".
Ο Μιχαήλοβιτς παραμερίζει λίγο τις..."σπουδαίες  προσωπικότητες" και μας σεργιανίζει στα βρόμικα σοκάκια του Ντουσάνοβατς όπου κυριαρχούν οι αυτοσχέδιες συμμορίες νεαρών αντρών που αποπροσανατολισμένοι αναζητούν έναν σκοπό στη ζωή, μια δεκαετία μετά τον Πόλεμο και το σχίσμα μεταξύ Τίτο και Στάλιν.
    Για να τους παρακολουθήσει ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια γλώσσα απλή, με απενοχοποιημένη ελευθεριότητα όπως μόνον οι αντρικές κουβέντες μπορεί να έχουν.

Κουβέντες που στάζουν ιδρώτα κι αίμα και παραπέμπουν λίγο στο ύφος του Τσαρλς Μπουκόφσκι.
Μια γλώσσα που μπορεί κάπου ενοχλήσει τους λάτρεις του περίτεχνου λόγου.Ο Μιχαηλοβιτς επιτυγχάνει την πηγαία, επιθυμητή προφορικότητα παρουσιάζοντας το έργο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τον κεντρικό πρωταγωνιστή, γεμάτη με θράσος και λαϊκότητα.
Πρόκειται για τον ωραίο Λιούμπα, με το όνομά του να έλκει την ετυμολογική του ρίζα από τη σλάβικη λέξη Λιούμποφ= Αγάπη. Κάτι σαν το δικό μας "Αγάπιος".) 
Ο Λιούμπα συγκεντρώνει τα στοιχεία ενός τραχύ αλλά καλόκαρδου εκκολαπτόμενου αθλητή που η καριέρα του ανακόπτεται απο την ίδια τη ζωή.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί τα μυστικά του Πυγμάχου και τα όρια της αθλητικής ηθικής ακόμη και σε ένα άθλημα τόσο άγριο...Ο Μιχαήλοβιτς σε αυτό παραλαμβάνει τον σπόρο του προβληματισμού που έθεσε ο Τζακ Λόντον γύρω από τη φύση και τα ηθικά όρια του μποξ, συμβάλλοντας σε μια συστηματοποιηση κι έναν εξευγενισμό του.
Γύρω από τον Σρετένοβ
ιτς, ο Μιχαήλοβιτς χαρτογραφεί ένα τοπίο ηθικής παρακμής όπου παρελαύνει ένας θίασος cult πρόσωπων.Ο κόσμος αυτός έχει όλο τον πρωτόλειο αυθορμητισμό ακατέργαστων κοινωνιών.
Φίλοι όπως ο Νταγκάντσε και άτυποι ανταγωνιστές σαν τον Στόλε πλαισιώνουν τον Λιούμπα.
Ανάμεσά τους ένας πολιτικός κρατούμενος ο Βλάντα που τις περιπέτειες του στο Γυμνό Νησί των αντιφρονούντων υπαινίσσεται ο Μιχαηλοβιτς (περιπτώσεις σαν τη δική του της συναντάμε στην "Εποχή Της Εξουσίας" του Τσόσιτς)
Στο παρασκήνιο οι γυναικείες φιγούρες ακολουθούν τον δικό τους ανήφορο.
Η Γυναίκα στον Μιχαήλοβιτς προβάλλει ηθικά ανώτερη από τον άντρα με τονισμένη όμως την υποβαθμισμένη της θέση, οπτική απόλυτα αναμενόμενη στα συντηρητικά Βαλκάνια του 1968.
Στο
 "Όταν Ανθίζουν Τα Κολοκύθια", η γυναίκα υπάρχει ως αθέατη φιγούρα που στηρίζει με ιώβεια υπόμονη το οικοδόμημα της οικογένειας,
είτε ως τρόπαιο κακόβουλου ανδρισμού και κοκορομαχιών του δρόμου,
είτε -ακόμη χειρότερα- ως αθώο θύμα ανόσιων ορέξεων.
             Σε όλο το έργο υπάρχει ένα σκληρό περίβλημα όπου ο έρωτας κρύβεται επιμελώς κάτω από το πρόσχημα ενός επίπλαστου κυνισμού. Πίσω από αυτόν κοχλάζει ένας συναισθηματισμός που αποδεικνύεται από πράξεις, καθώς η δύσκολη ζωή δεν επιτρέπει ονειροπολήσεις ή τη χρονοτριβή του λυρισμού.
Αυτά είναι τα πρόσωπα κι 
ο Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς τα τοποθετεί σωστά, ενόσο σκηνοθετεί το μυθιστόρημα του πάνω στη φόρμα μιας αυθεντικής αρχαίας τραγωδίας με την κατάλληλη διαδρομή ως την κορύφωση. 
Μιας τραγωδίας που χωρίς ίχνος πολιτικής αναφοράς πολιτικολογεί επί της ουσίας, θίγοντας τη βία στη ζωή του καθημερινού ανθρώπου.
Η κορύφωση που έρχεται σαν την αρχαιοελληνική νέμεση, αποδεικνύει το οδυνηρό βίωμα του Πολεμου έχει χαραχθεί τόσο βαθιά στο συλλογικό ασυνείδητο που μεταφέρεται από την πολιτική στην καθημερινή συνύπαρξη.
Κάθε έκφανση της πλοκής ακόμη και το ίδιο το αθλημα του πρωταγωνιστή ενέχει μια έκφραση αντίθεσης, μίσους κι επιβίωσης του Ισχυρότερου.
Απόλυτα αναμενόμενο για μια χώρα φλογισμένη από το πάθος και το μπαρούτι, όπως η Γιουγκοσλαβία, που δεινοπάθησε ανά την Ιστορία από τον ζόφο της Τουρκοκρατίας, ως τους Βαλκανικούς, τους 2 Παγκοσμίους και τα μίση των ετερόκλητων εθνότητων της.Μια
 χώρα που στη ράχη της σέρνει τα κόκκαλα των σφαγμένων παιδιών της αλλά και των φλόγερών αγωνιστών της και μετά από ένα Εμφύλιο, ακόμη πορεύεται τον Γολγοθά μιας αμφίρροπης ειρήνης.
Από το Κοσσυφοπέδιο του Λάζαρου και τον πύργο του Τσεγκάρ μεχρι τη γενοκτονία στο Γιασένοβατς, τους αδούλωτους Παρτιζάνους και το προσωποπαγές καθεστώς με την αδιαλλαξία που κάλυψε κ ουδέποτε επέλυσε τις εθνοτικές διαφορές, οι Γιουγκοσλάβοι έφεραν το στίγμα του πολέμου.
          Αυτή ακριβώς, λοιπόν, η κληρονομιά του πολέμου αποτυπώνεται συμβολικά στη νουβέλα του Μιχαηλοβιτς μέσα από το δράμα των προσώπων, που την ακολουθούν σα μια αιματηρή ειμαρμένη εκόντες άκοντες...
Έκδηλη όμως γίνεται κι η επιθυμία του ήρωα , του Λιούμπα να αποτινάξει αυτό το συλλογικό εθνικό τραύμα από την ψυχή του και να αλλάξει πορεία, αναζητώντας την τύχη του στη Σουηδία.Ο Καβάφης, όμως, έχει ήδη προδιαγράψει το πεπρωμένο αυτής της ταλάνισμένης , δραπέτιδας ψυχής που αποζήτησε τη διαφυγή της
"Η Πόλις Θα Σ' Ακολουθεί"...
         Και , " κάπως έτσι" το βιβλίο "Όταν Ανθίζουν Κολοκύθια" γίνεται μια κοινωνική νουβέλα για τα πάθη των καθημερινών ανθρώπων που συνθλίβονται από την Ιστορία...

                                                                   
                                     ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ DRAGOSLAV MIHAILOVIC

                                             
O Ντράγκοσλαβ Μιχαήλοβιτς γεννήθηκε 17 Νοεμβρίου 1930 στην πόλη Τσούπρια της Σερβίας.
Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολική Βελιγραδίου το 1957.
Το 1950 συνελήφθη κι έμεινε εξόριστος στο "Γυμνό Νησί".
Έχει κάνει απίθανες δουλειές για να επιβιώσει.
Το πρώτο του βιβλίο Φρέντε, καληνύχτα" μια συλλογή διηγημάτων, που δημοσιεύτηκε το 1967 κι απέσπασε το Οκτωβριανό Βραβείο Βελιγραδίου.Το 1968 δημοσιεύτηκε η νουβέλα "'Όταν Άνθιζαν Τα Κολοκύθια", που μεταφράστηκε στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα ισπανικά, στα σλοβένικα,στα σουηδικά, στα βουλγάρικα και βέβαια, στα ελληνικά!
Το 1975 δημοσιεύεται το Στεφάνι της Πετρούλας που απέσπασε Βραβείο Άντριτς κι έτυχε κινηματογραφικής και τηλεοπτικής μεταφοράς, έχοντας μεταφραστεί στα ρωσικά, στα πολωνικά,στα ουγγρικά.
Το 1983 δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος από το Μυθιστόρημα "Οι Άνθρωποι Με Τις Μπότες" που βραβεύθηκε από το περιοδικό ΝΙΝ το 1984.
Από το 1981 είναι αντεπιστέλλον μέλος της Σέρβικης Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Έριχ Κέστνερ, ΛOYIZA & ΛΟΤΗ ( Das doppelte Lottchen)

                                              Λουίζα και Λότη (Das Doppelte Lottchen), Έριχ Κέστνερ)
                                                                                          Είδος: Κοινωνικό Παιδικοεφηβικό
                                                                                       Βαθμολογία: 10/10

          
 Σελίδες: 184
Μετάφραση Κίρα Σίνου
Tίτλος Πρωτοτύπου :Das Doppelte Lottchen
Ημερομηνία Έκδοσης: 1989

Παιδική Συλλογή : ΛΩΤΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
 

ΘΕΤΙΚΑ: Ευρηματική πλοκή, συγκινητικό, εκφραστική αφήγηση, συμπαθέστατες πρωταγωνίστριες, κοινωνικός προβληματισμός, ανάδειξη φιλίας, ανάδειξη οικογενειακών δεσμών

ΑΡΝΗΤΙΚΑ: Κορίτσια πρωταγωνιστές, όχι πολύ ελκυστικό για αγόρια αναγνώστες.

Το 2018 κυκλοφόρησε η ολοκληρωμένη εκδοχή του Φαμπιάν απο τον Έριχ Κέστνερ όμως τα παιδιά της γενιάς μου έχουν τις καλύτερες αναμνήσεις από τον Γερμανό συγγραφέα ήδη από την παιδική τους ηλικία με τα συγκινητικά του παιδικά μυθιστορήματα.
O Έριχ Κέστνερ, ένας από τους Γερμανούς συγγραφείς που απαγορεύτηκαν στη ναζιστική Γερμανία, πράγματι διακρίθηκε για την ευαισθησία του απέναντι στα Παιδιά.
Τα βιβλία του γράφτηκαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρόλαυτα παραμένουν ζωντανά κι αγγίζουν διαχρονικά τις παιδικές ψυχές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γνωστότερο είναι το παιδικό του βιβλίο "Η Τάξη Που Πετάει"
Ανάμεσα , σεόλα τους, ξεχωρίζει το βιβλίο "Δυο Φορές Λότη", που στα ελληνικά απόδόθηκε ως "Λουίζα και Λότη" , ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που συγκινεί τώρα 5 γενιές παιδιών κ ιδιαίτερα κοριτσιών...
Ένα βιβλίο που κάθε κοριτσάκι αξίζει να γνωρίσει και το συστήνω σε κάθε γονέα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το καλοκαίρι στην κατασκήνωση του Μπούλζεε συνατιούνται πρώτη φορά δυο κοριτσάκια που από ενά καπρίτσιο της μοίρας μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό.
         Παρόλαυτα στο γλυκό τους προσωπάκι σταματούν οι ομοιότητές τους καθώς η Λουίζα Παλφυ έχει μπουκλίτσες ατίθασες σαν τον χαρακτήρα της ενώ η Λότη Κόρνερ είναι ένα ντροπαλό κοριτσάκι με σφιχτοδεμένες κοτσίδες, που η Λουίζα επιμένει να προκαλεί...
        Μεγαλωμένη η μία στις όπερες της Βιέννης με τον μαέστρο πατέρα της, ενώ η άλλη ζει στο Μόναχο, στο μικροαστικό διαμέρισμα της υπαλλήλου μητέρας της, τ
και τώρα νιώθουν να τις ενώνει μια παράξενη φιλία, κάτω από τα περίεργα βλέμματα των υπόλοιπων παιδιών και των υπευθύνων της Κατασκήνωσης.
Πασχίζοντας να λύσουν το μυστήριο της ομοιότητάς τους,
θα φτάσουν σε μια ανακάλυψή, που θα τις οδηγήσει σε μια παράτολμη απόφαση.
Κι η περιπέτεια αρχίζει...

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Από τα πρώτα μυθιστορήματα που διάβασα ως παιδί, το "Λουίζα και Λότη" του Έριχ Κέστνερ είναι από τα βιβλία που δεν κατάφερα ποτέ να βγάλω από την καρδιά μου!!!
Ένα βιβλίο με ψυχή και φρεσκάδα -θαρρείς και γράφτηκε χθες.Ένα κοινωνικό βιβλίο που τα έχει όλα:
Ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μια συγκινητική φιλία, πολλαπλές αλλά πειστικές ανατροπές , όμορφα μηνύματα κι απολαυστικό τρόπο γραφής.
Παρότι το "Das Doppelte Lottchen" εκδόθηκε το 1949 το θέμα του, η γλώσσα κι οι προβληματισμοί πίσω από τη συναρπαστική κ συγκινητική του ιστορία, παραμένουν επίκαιρα ακόμη και στη σημερινή εποχή.
             Η γλώσσα του Έριχ Κέστνερ είναι ευέλικτη, δροσερή με ένα υποδόριο χιούμορ, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον ενός μικρού αναγνώστη, όντας ωστόσο σε θέση να κρατήσει καλή συντροφιά και σε ενήλικα.
              Ο συγγραφέας με ευαισθησία αφουγκράζεται τις συναισθηματικές διακυμάνσεις μιας κοριτσιστικής ψυχής και τις μεταδίδει με ακρίβεια χωρίς να πλατειάζει.
Παράλληλα η παιδική ματιά κατορθώνει να αφουγκραστεί και το δράμα των ενηλίκων με επαρκείς υπαινιγμούς.
          Η ιστορία ξεκινά με μια τυπική κοριτσιστική αντιπαλότητα που οι δυο ηρωίδες μας νιώθουν, ως δικαιολογημένη αντίδραση στο σοκ της τρομακτικής ομοιότητας.
Ο συγγραφέας, έπειτα, παρακολουθεί τις διαδρομές μιας κοριτσιστικης φιλίας απόλυτα αναγνωρίσιμης για κοριτσάκια Δημοτικού αλλά και την πρώιμη εφηβεία.
Η συνέχεια περιπετειώδης κι άκρως συγκινητική προσδίδει- εκτός από μια συναρπαστική πλοκή-  μια καινοτομία στο βιβλίο μας και μια τόλμη δυσεύρετη για παιδικό μυθιστόρημα:
          Πίσω από τις ανάλαφρες γραμμές του βιβλίου ο Έριχ Κέστνερ έρχεται να μιλήσει για το τραύμα του Διαζυγίου και τον τρόπο που κατακερμαρτίζει το κοσμοείδωλο των παιδιών, στρεβλώνοντάς τους το αρχερυπικό, το πρώτο μοντέλο σχέσεων που μπορούν να βιώσουν.
Μέσα από αυτήν την ιστορία ο Κέστνερ δείχνει πόσο πληγώνονται τα παιδιά όταν ο εγωισμός των γονέων διαλύει την Οικογένεια, διαρρηγνύοντας το πλέγμα των πρώιμων δεσμών που κανονικά θα έπρεπε να αποτελόυν σταθερές στο παιδικό σύμπαν.
Η ανασφάλεια, η μοναξιά, αλλά και η αγωνία που αναφύεται στην παιδική ψυχη όταν το παιδί βλέπει τον γονέα να ξαναφτιάχνει τη ζωή του.Ο άτυπος ανταγωνισμός 
Όλοι αυτοί οι κοινωνικοί προβληματισμοί φυσικά αναδεικνύονται πίσω από την κοριτσίστικη γλυκύτητα της Λουίζας και της Λότης, χωρίς ίχνος διδακτισμού καιμδίχως να βαρύνει το αποτέλεσμα.

Αντιθέτως ως την τελευταία σελίδα μικροί και μεγάλοι αναγνώστες παρακολουθούν τη Λουίζα και τη Λότη να απαντούν μαζί στο γρίφο και να ενώνουν ξανά τα χαμένα κομμάτια στο παζλ της ζωής τους, για να μας χαρίσουν ένα γλυκό χαμόγελο.
Η διαχρονικότητα του έργου αυτου αποδεικνύεται από τις πολυάριθμες μεταφορές του σε κινηματογράφο και τηλεόραση
Η έκδοση του Ψυχογιού ακολουθεί πιστά το γερμανικό πρωτότυπο ακόμη και στα εξαίσια σκίτσα του από τον Walter Triar.Η δε μετάφραση της Κίρας Σίνου στέκεται αντάξια της λογοτεχνικής της δεινότητας, αποδίδοντας τη διεισδυτική κ έξυπνη γραφή του Κέστνερ.
Το Λουίζα και Λότη 70 χρόνια ύστερα από την πρώτη του έκδοση στα γερμανικά ( κ 30 χρόνια αργότερα για την Ελλάδα) παραμένει ένα θαυμάσιο βιβλίο για παιδιά κ ιδιαίτερα για νεαρά κορίτσια, που σίγουρα θα διαπιστώσουν ότι "Φίλοι είναι τα αδέφια που επιλέγουμε..." 
Ένα υπέροχο μυθιστόρημα για την παιδική φιλια, την τόλμη να διεκδικούμε όσα δικαιούμαστε στη ζωή με θάρρος καθώς και την ανάγκη για μια δεμένη Οικογένεια...
Σε μια εποχή που προβάλλονται κίβδηλα πρότυπα και μια πρόωρη στροφή των παιδιών στη ματαιοδοξία της εικόνας βιβλία σαν του Έριχ Κέστνερ θα μας θυμίζουν όμορφες αξίες και θα στρέφουν τους μικρου΄ς αναγνώστες σε υγιή μονοπάτια σκέψης αφυπνίζοντας όμορφα την ψυχή.                    

Κάποιες ενδεικτικές αποδόσεις χωρίς καμιά να καλύπτει τη γλυκιά συγκίνηση που αναδίδουν οι σελίδες του βιβλίου.
Διασκευές: Δίδυμοι μπελάδες (1998), 
Charlie & Louise – Das doppelte Lottchen (1994),
 Η αδελφή μου και εγώ(1961), 
Τwo  Times Lotte (2007)

Das doppelte Lottchen (1950) #Ganzer'Film [German] HD || Josef von Báky


                                 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 
                                                                    

Ο Έριχ Κέστνερ (Emil Erich Kästner, Δρέσδη23 Φεβρουαρίου 1899 - Μόναχο29 Ιουλίου 1974) ήταν Γερμανός συγγραφέας, εκδότης και σεναριογράφος. Έγινε γνωστός ιδιαίτερα από τα παιδικά του έργα όπως ο Αιμίλιος και οι Ντετέκτιβ, Η διπλή Λόττε, Η τάξη που πετάει. Έγραψε επίσης πολλά κείμενα σατυρικού και κοινωνικοκριτικού περιεχομένου.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Ντόρα Γιαννακοπούλου, Η ΠΡΟΒΑ ΤΟΥ ΝΥΦΙΚΟΥ

                                        Η Πρόβα Του Νυφικού, Ντόρα Γιαννακοπούλου
                                   Είδος:Eποχής
                                  Βαθμολογία 9,5/10
Σελ 320, 
Πίνακας Εξωφύλλου Λαμπρος Άλας
Νοέμβριος 1993
Τιμή 14, 84.
(ο οίκος το δίνει εξαντλημένο αλλά υπάρχει στην ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ Μεταχειρισμένο με 6ευρώ  ) 

Η προηγούμενη γενιά ανακάλυψε το όνομα της Ντόρας Γιαννακοπουλου από σημαντικά έργα του Μικη Θεοδωράκη, καθώς αυτή υπήρξε η κεντρική ερμηνεύτρια στον γνωστό δίσκο "Μικρές Κυκλάδες" και συμμετείχε σε παραστάσεις θρυλικές όπως η Πόλη Μαγική- επίσης του Μίκη.
Φαίνεται πως η συμβολή της Ντόρας Γιαννακοπούλου στα πολιτισμικά μας δρώμενα δεν έμεινε εκεί:
Αρχές της δεκαετίας του 90 ήρθε να ταράξε τα νερά της ελληνικής πεζογραφίας με ένα βιβλίο- σταθμό που άφησε εποχή!
Ήταν το μυθιστόρημα "Η Πρόβα Του Νυφικού", που το ευρύ κοινό γνώρισε σε μια εκπληκτική μεταφορά που υπήρξε μια από τις καλύτερες στιγμές της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Ας αναζητήσουμε τα στοιχεία που κάνουν το μυθιστόρημα αυτό να ξεχωρίζει τόσο προσεγγίζοντας τα όρια του κλασσικού στην ελληνική πεζογραφία.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην Αθήνα του Μεσοπολέμου ζει η ονειρική Αγγελική Δελή , η οποία διανύει την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της καθώς ετοιμάζεται να παντρευτεί τον αγαπημένο της φέρελπι δικηγόρο Απόστολο Πετρόπουλο.
Ο αδελφός της ήδη απολαμβάνει τον ήρεμο γάμο του με την εκθαμβωτική Όλγα που έχει τα δικά της μυστικά.
Πλάι της η δασκαλίτσα Ρηνούλα με την οποία μεγάλωσαν σαν αδελφές από τότε που εκείνη ορφάνεψε.
Δυστυχώς την ευτυχία της Αγγελικούλας έρχεται να ταράξει μια ανώνυμη επιστολή με τον ισχυρισμό ότι ο λατρεμένος της Απόστολος την απατά.
Ο γιατρός Οδυσσέας Στρατέλλης ζητά από τον φίλο του και διοικητή της αστυνομίας τον Πέτρο Μανιά να διερευνήσει την υπόθεση για να καθησυχάσει την ανιψιά του...
Ο Πέτρος Μανιάς αποφασίζει να παρέχει στην κοπέλα τις διαβεβαιώσεις για να προχωρήσει στον γάμο της όπως τον ονειρεύτηκε...
Όταν τη συναντά όμως στο γραφείο του ξεπηδά στα έκπληκτα μάτια του όλη η ομορφιά της αναγεννησιακής τέχνης για να ριζώσει βαθιά μέσα στην καρδιά του.
Μόνος παραστάτης στην ανομολόγητη αγάπη του γλυκύτατου διοικητή Μανιά ο γελαστός Χριστόδουλος Δημητρακέλης...
Ο γάμος της Αγγελικής, παρά τους κακούς οιωνούς 
προχωρά, την ίδια ώρα που η ψυχή του Μανιά κομματιάζεται και τα όνειρα της Ρηνιώς συντρίβονται.
Έξω απο το αστικο σπίτι ένας κόσμος εξελίσσεται παράλληλα.Ο κόσμος της νύχτας και της λαγνείας, ενόσο η μεταξική δικτατορία σφίγγει τον κλοιό του χαφιεδισμού γύρω από κάθε προοδευτική φωνή...
Ο πόλεμος που ξεσπάει, φέρνει στην επιφάνεια τη χυδαιότερη αλλά και την ευγενέστερη πλευρά των ανθρώπων οδηγώντας τα πράγματα στα άκρα.
Η μόνη που υποψιάζεται τη θύελλα που θα ξεσπάσει είναι η μυστηριώδης Ευανθούλα, ενα πλάσμα μυρωμένο με ξεχωριστή ενόραση και τη σοφία των ταπεινών πλασμάτων του Θεού.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η "Πρόβα Του Νυφικού" είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ελληνικά βιβλία των τελευταίων δεκαετιών.Εν πρώτοις, η ιστορία του δεν παρουσιάζει πρωτοτυπίες ωστόσο πρεπει να κριθεί για την χρονική στιγμή που γράφτηκε.
Το μυθιστόρημα της Γιαννακοπούλου είχε μια ενδιαφέρουσα, αλλά όχι πρωτότυπη οικογενειακή ιστορία, αλλά ως προς τα μέσα υπήρξε μπροστά από την εποχή του καθώς παρουσίαζε μια νέα πρόταση για τα μυθιστορήματα εποχής. συνδυάζοντας αισθησιασμό κι ιστορική αλήθεια, με μεγάλη τόλμη για το είδος του και την δεκαετία του 90, όπου τα ιστορικά μυθιστορήματα αποστασιοποιούνταν από το ερωτικό- κ μάλιστα το σαρκικό  στοιχείο, με εξαίρεση τον Κώστα Ταχτσή και το "Τρίτο Στεφάνι" του.:
Στην "Πρόβα Του Νυφικού" συνυπάρχουν ένας απροσχημάτιστος αισθησιασμός, ακραία πάθη, αντάμα με ουσιαστικά συναισθήματα και ιστορική εγκυρότητα, συνθέτοντας μια καινοτόμα για το είδος γραφή.Μιαν εξαίσια δημιουργία, όπου πανταχού παρών δηλώνει ένας διαρκής βελούδινος σαρκασμός και μια γλώσσα που βρίθει ζωντάνιας κι εκφραστικότητας χωρίς όμως αισθητικό βάθος κ απαιτήσεις λεξιλογικές.
     Το μυθιστόρημα καλύπτει την τελευταία διετία του Μεσοπολέμου ως την Απελευθέρωση της πατρίδας ..και των ηρώων, αναδεικνύοντας σπερματικά αλλά και αντιπροσωπευτικά το κλίμα της Ελλάδας του Μεταξά:
Έτσι αναδεικνύονται τα ήθη στα πλαίσια των αστικών οικογενειών κι η αβρότητα των αστικών τρόπων με τα κοριτσίστικα όνειρα, αλλά και τα οικογενειακά μυστικά, κάτω από τον φόβο και τη βία ενός καθεστώτος, που του άρεσε να μιμείται τα φασιστικά πρότυπα...
        "Η Πρόβα του Νυφικού" ,παρόλη τη νοσταλγική εποχή και τον ερωτισμό που τη χαρακτηρίζει δεν απηχεί κανενός είδους ρομαντισμό.
Το ύφος του μυθιστορήματος ενέχει μια τραχύτητα που καθιστά τον λόγο του αιχμηρό.
Η αφήγηση αποδίδεται σε μια γηραιά κυρία που κληροδοτεί τα οικογενειακά μυστικά στην εγγονή της: Χωρίς να αποκαλύπτει τη ταυτότητα αυτης της ηλικιωμένης αφηγήτριας, η Ντόρα Γιαννακοπούλου έχει μέσω αυτής το απαραίτητο άλλοθι για να προσδώσει ευελιξία στην αφήγηση χωρίς λογοτεχνικές αγκυλώσεις, που απαιτούν μια σχετική αποστασιοποίηση του γράφοντος από τη φόρτιση των καταστάσεων.
Η ίδια η συγγραφέας δηλαδή εισηγείται την προσωπική της γνώμη για τους χαρακτήρες που πλάθει ,προοικονομώντας, συμπάσχοντας, αποδομώντας.
Σίγουρα δεν υπάρχει καλλιέπεια ή διάθεση ανάλυσης των χαρακτήρων ωστόσο το δράμα αναδεικνύει επαρκώς τις διακυμάνσεις κ τις συγκρούσεις των προσώπων":
Κάθε πρόσωπο μοναδικό διατηρεί τη μοναδικόρητά του κ αήνει το στίγμα του.
      Είναι η αθώα κόρν της οικογένειας που με την ομορφιά της θα υπογραμμίσει την αντίθεση προς τα ακάθαρτα πάθη όσων την πρόδωσαν.Το αθώο λοιπόν σφάγιο.
 Σαν τραγική ειρωνεία προβάλλει το απίθανο κάλλος κι η αθωότητα της ανυποψίαστης Αγγελικούλας, η οποία βλέπει το φως και τα όνειρά της τσαλαπατημένα, σα συλημένος παράδεισος που μάταια ζητούσε να προσφερθεί στον αγαπήμένο ανάξιό γι αυτόν 
Η φλογερή, ανεξίκακη Ρηνιώ γεννά θαυμασμό με το ψυχικό της μεγαλείο που γίνεται έμπνευση μέχρι ένα δικό της μυστικό τη φέρνει σε θανάσιμο κίνδυνο!
 Η ηδυπαθης Όλγα διασχίζει όλον τον δρόμο του άνομου μέχρι την κάθαρση, ενώ η απόκοσμη Ευανθούλα προσδίδει υποβλητικότητα σε ολόκληρο επιτείνοντας το δράματικότητα των στιγμών.
Παράλληλα, ο Αλέξανδρος γίνεται ένα αντιφατικό μοτίβο δειλίας και θάρρους, λιποτακτώντας από τον έρωτα αλλά κερδίζοντας ξανά τη ζωή μέσα από μια τραγική απώλεια...
 Πάνω από όλους όμως, ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας είναι ο φαύλος Απόστολος!
Ο οξυδερκής νομικός, οπορτουνιστής,υπόδουλος των παθών και άκρατα ναρκισσιστής Απόστολος αποδεικνύεται ο κακός δαίμονας της οικογένειας Δελή αλλά και όποιου άτυχου βρεθεί στο διάβα του.
Κατά συμβολική αντιστοιχία, η σκιά του Απόστολου Πετρόπουλου απλώνεται  πάνω από την οικογένεια Δελή όπως ακριβώς το χιτλερικό σκοτάδι εξαπλώθηκε πάνω από την Ευρώπη κάνοντας τα πάντα στάχτη.
Μια φιγούρα που ακολουθεί το πρότυπο των πιο σκοτεινών εκπροσώπων της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου...
     Αυτή είναι η Πρόβα Νυφικού:
Ένας χορός ανεκπλήρωτων παθών,  ανομίας, ετερόκλητων  προσώπων και αγνών συναισθημάτων δοσμένος σε γλώσσα λιτή, αιχμηρή, ενίοτε δηκτική με στοιχείο προφορικότητας αλλά και έντονης θεατρικότητας που ίσως αποτυπώνει την εμπειρία της Γιαννακοπούλου ως ηθοποιού...
        Σίγουρα η "Πρόβα Του Νυφικού" για τη συγγραφέα του δεν ήταν μια... πρόβα για πιο μεγάλα έργα αλλά το πέταγμα κι η κορύφωση της πορείας της, παραμένοντας με διαφορά η πιο καλή της συγγραφική στιγμή.
       Είναι γεγονός ότι το μυθιστόρημα αυτό δε θα είχε κάνει τόσο πάταγο αν δεν το είχε απογειώσει ο ταλαντούχος σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης κοσμώντας το τηλεοπτικό τοπίο με ένα σίριαλ κόσμημα που απέδειξε   
πως κι η -"υποτιμημένη"από μερικούς- Τηλεόραση μπορεί να κοιτά κατάματα την Τέχνη!!
Το σίριαλ "Πρόβα Του Νυφικού" είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις, όπου η μεταφορά ενός βιβλίου στην οθόνη το ξεπερνά σε βάθος και αφηγηματική δεινότητα.Ο Κουτσομύτης ανέδειξε ένα υπέροχο μυθιστόρημα με μικρές όμως ελλείψεις σε κλασσικό έργο και σημείομαναφοράς.
Το σίριαλ που γυρίστηκε τη σεζόν 94- 95 για λογαριασμό του ΑΝΤ1 είναι ένα  κομψοτέχνημα όπου συνδυάστηκαν ιδανικά κείμενο, ερμηνείες,φωτογραφία με τις μουσικές του αισθαντικού συνθέτη Βασίλη Δημητρίου που αναβιώνουν μια εποχή άγρια ρομαντική.
Κάθε λεπτομέρεια προσεγμένη κ όλες οι ψηφίδες συνεργάζονται αρμονικά σε ένα μωσαικό χρωμάτων και συναισθηματων..,
Ένα αριστουργηματικό πορτρέτο μιας άλλης εποχής όπου κάθε πρόσωπο βρήκε την ιδανική του ενσάρκωση:
       Ο Φίλιππος Σοφιανός απέδωσε έναν δαιμονικό κ γλοιώδη Απόστολο Πετρόπουλο αποδίδοντας υποδειγματικά την ωραιοπάθειά του, την παραφορά και τον σαδισμό του...
Όλη η παράνοια μιας κολασμένης ψυχής.
Στον αντίποδα ο Γρηγόρης Βαλτινός ως διοικητής Μανιάς χαρίζει μια ερμηνεία γεμάτη σεμνότητα και βουβό πόνο.
Κομίζει όλη τη συστολή του συγκαταβατικού κ συμβιβασμένου ανθρώπου που υφίσταται το σοκ μιας αγάπης που τον προκαλεί στους αχαρτογράφητους ωκεανούς του απαγορευμένου έρωτα.
Ο αναγνώστης- θεατής  που πίσω γνωρίζει την αληθεια συμπάσχει με το αθόρυβο πάθος που τον σιγοκαίει αλλά μετουσιώνεται σε συμπόνια και όμορφες πράξεις.
Η Πέγκυ Τρικαλιώτη υπήρξε μια εύστροφη και μεγαλόθυμη Ρηνούλα Μάντακα, μια συμπονετική δασκάλα, που "έσπασε" τις σωστές στιγμές.Αλησμόνητα έχουν μείνει τα σπαρακτικά και συνάμα ελπιδοφόρα λόγια της που μαζί με τον Αλέξανδρο προτρέπουν καθέναν από μας να θεραπευσει τα τραυματα της ψυχής του για να θεραπεύσει και τους γύρω του.
Μαζί της ο Νίκος Ψαρράς απέδωσε τον ανίσχυρο γιατρό Αλέξανδρο ,που καλείται να γίνει δυνατός ενόσο ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης εκπροσώπησε στο προσωπο του κομμουνιστή δασκάλου, Λάμπρου Κατσιώτη τους κυνηγημένους του καθεστώτος.
    Η Άντζελα Γκερέκου υπήρξε μια φλογισμένη εικόνα πάθους και αμαρτίας, δίνοντας σάρκα και οστά στην Όλγα Δελή με την άγρια αγαλματένια ομορφιά της που απενοχοποιημένα ξετύλιξε στον φακό σε προκλητικές σκηνές.
Από την άλλη ο Δημήτρης Τζουμάκης , ως συνάδελφος Χριστόδουλος Δημητρακέλλης ήταν η απαραίτητη αλέγκρα νότα που αποφόρτιζε τις στιγμές και αντιστάθμιζε την τραγικότητα του ερωτευμένου Πέτρου.Από τις πιο αξιαγάπητες τηλεοπτικές φιγούρες , το πρότυπο του καλού φίλου...
Και μέσα σ όλο αυτό το σύμπαν , ποιος μπορεί να αντισταθεί στη σαγήνη της θηλυκότατης τροτέζας Ματίνας που ιδανικά ερμήνευσε η τόσο αρχοντική και γεμάτη θηλυκότητα Πέμυ Ζούνη!
Τα κομμάτια του Βασίλη Δημητρίου, σε δρόμους νοσταλγικούς μα κι αισθησιακούς συνάμα, από το στόμα της Πέμυς Ζούνη, παραπέμπουν σε ονειρικά καμπαρέ στο Παρίσι του '30.
Η Ματίνα αποτελεί μια περίπτωση που η παραλλαγμένη οπτική του σκηνοθέτη βελτίωσε ανεβάζοντας μια πόρνη ως το ανώτατο σκαλοπάτι της θυσίας, με τρόπο απροσδόκητο, που δυστυχώς απουσιάζει από το βιβλίο της Γιαννακοπούλου.
Ένα εξαίσιο μήνυμα ότι η καθαρότητα δεν πρέπει να αναζητάται μονάχα στο σώμα αλλά μόνο στην ψυχή.
        Πλάι στη Ματίνα ένας χαρακτήρας- εύρημα της τηλεοπτικής εκδοχής , ο Ζωγράφος Γιαλήνης , ένας Πικάσσο της ελληνικής επαρχίας προτάσσει διακριτικό ερωτισμό κ την Τέχνη του στα πολυβόλα..,
             Τέλος η Τζίνη Παπαδοπούλου απέδωσε στη διαισθητικη Ευανθούλα της όλη την αγιοσύνη ενός πλάσματος που μέσα από την αγνότητά του μπορούσε να αφουγκράζεται τη Φωνή του Θεού.Η συγγραφέας άφησε σε εκκρεμότητα τη μοίρα της Ευανθούλας και την ακολούθησε σε αυτό ο σκηνοθέτης.
            Η πιο συζητημένη πρωταγωνίστρια στο σίριαλ όμως ήταν η πανέμορφη Αλεξανδριανή Σικελιανού, η ηθοποιός που είχε ξεχωρίσει στην τηλεοπτική απόδοση της "ΛΥΓΕΡΗΣ" του Ανδρέα Καρκαβίτσα στην ΕΡΤ, αλλά ακι στην "Παλίρροια" του ΑΝΤ1.
Είναι η κοπέλα που τόσο έμοιαζε με τον πίνακα του Λάμπρου Άλα που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου.(πατηστε το λινκ)
Ίσως η πένα της Γιαννακοπούλου στάθηκε από μια άποψη "προφητική καθώς, μιλούσε για μια κοπελα "πέρναν του κόσμου" εννοώντας την Ευανθούλα.
Ωστόσο από τη μεταφορά του βιβλίου της αναδείχθηκε μια αλλη φιγούρα "πέραν του κόσμου τούτου".όχι η Ευανθούλα αλλά η αέρινη, νεραιδίσια με μια σπανια αίσθηση αγνότητας, Αλεξανδριανή:

Η" κοπέλα με το ποιητικό όνομα" ,η αιθέρια Αλεξανδριανή Σικελιανού, βγαλμένη θαρρείς από ονειρική καρτ ποστάλ εποχής ή από το "πινέλο ενός Μποτιτσέλι" άφησε το κοινό με την εικόνα Της Αναγεννήσεως όπως έλεγε γελώντας ο Δημητρακέλης στον Μανιά...Κι αυτό γιατί η "Πρόβα του Νυφικού" ήταν η τελευταία κ πιο χαρακτηριστική της δουλειά.
Σαφώς διαφοροποιημένη από τα πρότυπα του αναδυόμενου τότε life style η Αλεξανδριανή Σικελιανού έδειχνε να αγαπά την απλότητα, διατηρώντας μια μελαγχολική εσωτερικότητα, διαποτισμένη με ευαισθησίες δυσεύρετες για κοπέλα της εποχής μας.
Έδειχνε να αναζητά τον δικό της δρόμο "προς κάτι βαθύτερο", όπως ελεγε σε μια συνέντευξή της στο νεανικό περιοδικό "Κατερίνα", όταν εκμυστηρευόταν πως συχνα μιλούσε με μητέρες σε παιδικές χαρές οραματιζόμενη κι εκείνη τη στιγμή που θα γινόταν μητέρα...
20 χρόνια αργότερα από εκείνες τις μέρες της καταξίωσης, η πορέια της Αλεξανδριανής διαφοροποίηθηκε αισθητά από τα αναμενόμενα, διαψεύδοντας κάθε πρόβλεψη για μια λαμπρή καριέρα σε ποιοτικούς κύκλους του θεάτρου.
Αντί για τη μεγάλη πρωταγωνίστρια που όλοι είχαν προβλεψει ότι θα αφηνε το χνάρι της με το ήθος και το κάλλος της, η Αλεξανδριανή αναδιπλώθηκε κι επέλεξε έναν  δρόμο, πιο χαμηλόφωνο, πιο προσωπικό κι ίσως κοντά στον Θεό...Μακάρι να βρει την ευτυχία της και να ανθίζει ως ολόδροσο κρίνο.
           Όπως αποκαλύπτεται, λοιπόν, στο βίντεο (λινκ), η Αλεξανδριανή Σικελιανού σήμερα έχει βρει τη γαλήνη μακρυά απο τη ματαιοδοξία του καλλιτεχνικού κόσμο και την ελληνική πραγματικότητα.
Δεν έχει πάρει το "σχήμα της Μοναχής" όπως ειπώθηκε παλαιότερα, απλά εργάζεται στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
(Παρακολουθείστε μια σύντομη συνέντευξή της στο πλαίσιο ρεπορτάζ από εκπομπή στο "Ε"

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Το τραγούδι της σειράς ερμηνευμένο απο την αξεπέραστη ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ

  
BIOΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΝΤΟΡΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 
                                                        

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Μυτιλήνη. Σπούδασε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και μόλις αποφοίτησε, έπαιξε στο έργο "Ένας Όμηρος του Μπρένταμ Μπίαμ" το οποίο ανέβασε ο Λεωνίδας Τριβιζάς στο Κυκλικό Θέατρο με τραγούδια που είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης. Τότε άρχισε μια παράλληλη καριέρα στο θέατρο και στο τραγούδι, με εμφανίσεις στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στις πρώτες μπουάτ στην Πλάκα. Έβγαλε δίσκους με τραγούδια του Όμηρου και συνέχισε με Θεοδωράκη, Μποστ και Κακογιάννη. Λίγο αργότερα συνέχισε με τον Οδυσσέα Ελύτη.
Στην διάρκεια της Χούντας έφυγε στο εξωτερικό, όπου με μια μικρή ομάδα έκανε τουρνέ σε χώρες της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης, με ένα ιδιόμορφο πρόγραμμα βασισμένο στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την μεταπολίτευση σταμάτησε σχεδόν αμέσως το θέατρο και το τραγούδι.
Η πρόβα του νυφικού, που κυκλοφόρησε το 1993, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο της γραπτό κείμενο με δεύτερο το διήγημα Ο πάπαρδος που δημοσιεύτηκε το 1995. Το δεύτερο μυθιστόρημά της, Ο μεγάλος θυμός, κυκλοφόρησε το 1996. Και τα δυο μυθιστορήματα έγιναν σειρές για την τηλεόραση, το πρώτο στον ΑΝΤ1 και το δεύτερο στο MEGA, σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη.
Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Με τα μάτια του έρωτα (1999), Οι τρεις χήρες (2001) που έγινε σειρά στον ALPHA, Αμαρτωλέ μου άγγελε (2002), Έρως μετ'εμποδίων(2004), Το μενταγιόν (2007), Ένοχα μυστικά (2009), Πεθαίνω για σένα (2011), Στον γκρεμό (2013). Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Η Ντορα Γιαννακοπουλου εκανε δυο γαμους. Απο τον πρωτο συζυγο της κρατησε το επιθετο Γιαννακοπουλου. Δευτερος συζυγος της ηταν ο ηθοποιος Μηνάς Χρηστιδηςμε τον οποιο απεκτησε εναν γιο τον συγγραφεα Λένο Χρηστιδη.
Πρώτος ξάδελφος της ο Λάκης Κομνηνός και ανιψιός της ο Βασίλης Μαζωμένος.